Μπάσκετ

Γιώργος Αμερικάνος: Ο «Παγκόσμιος» που έγραψε ιστορία με την ΑΕΚ

Γιώργος Αμερικάνος: Η ζωή, η πορεία και η κληρονομιά του θρυλικού αρχηγού της ΑΕΚ, που οδήγησε την Ένωση στην κορυφή της Ευρώπης το 1968.
Γιώργος Αμερικάνος: Ο «Παγκόσμιος» που έγραψε ιστορία με την ΑΕΚ
Μην χάνεις είδηση για την ΑΕΚ. Βάλε το AEK HUB στο Google. ΠРΟΣΘΕΣΕ το AEK HUB στο Google

Υπάρχουν αθλητές που ξεπερνούν τα όρια του γηπέδου και συνδέουν για πάντα το όνομά τους με την ιστορία ενός συλλόγου. Ο Γιώργος Αμερικάνος ήταν ένας από αυτούς. Ο εμβληματικός αρχηγός της μπασκετικής ΑΕΚ, γνωστός ως «Παγκόσμιος», αποτέλεσε τον ηγέτη της ομάδας που κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης το 1968, γράφοντας μία από τις πιο ξεχωριστές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.

Μέσα από το αφιέρωμα «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας», ξεδιπλώνεται η διαδρομή του ανθρώπου που ξεκίνησε από τις προσφυγικές γειτονιές της Νίκαιας και έφτασε να γίνει σύμβολο της Ένωσης και του ελληνικού μπάσκετ.

Το σημερινό μας αφιέρωμα στο πλαίσιο της δράσης μας «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα. Για πρώτη φορά δεν αναφερόμαστε σε ποδοσφαιριστή ή προπονητή ή παράγοντα της Α.Ε.Κ. αλλά σε μπασκετμπολίστα, και μάλιστα τον κορυφαίο όλων όσων έχουν φορέσει τη φανέλα της ομάδας που έμαθε μπάσκετ τους Έλληνες: τον «παγκόσμιο» Γιώργο Αμερικάνο!

Γιώργος Αμερικάνος

Ο Γιώργος Αμερικάνος γεννιέται το 1942 στη Νίκαια, την παλιά Κοκκινιά, σε μία πολυμελή και φτωχή προσφυγική οικογένεια. Οι ρίζες της βρίσκονται στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, από όπου οι παππούδες του φτάνουν στην Ελλάδα μετά την Καταστροφή και εγκαθίστανται σε μία από τις κατεξοχήν προσφυγικές γειτονιές του Πειραιά. Τα παιδικά χρόνια του Γιώργου είναι πολύ δύσκολα. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο και από την ηλικία περίπου των 12 ετών εργάζεται ως σκαλιστής επίπλων, για να συνεισφέρει κι εκείνος στο οικογενειακό εισόδημα.

Μετά τη δουλειά όμως υπάρχει το μπάσκετ. Τα βράδια ο μικρός Γιώργος πηγαίνει στη ΧΑΝ Νικαίας και περνά ατελείωτες ώρες σουτάροντας σε μία παλιά μπασκέτα. Εκεί κάνει τα πρώτα οργανωμένα μπασκετικά του βήματα και πολύ γρήγορα γίνεται φανερό ότι πρόκειται για ξεχωριστή περίπτωση αθλητή. Δεν είναι ιδιαίτερα ψηλός για τα δεδομένα του σημερινού μπάσκετ, όμως στην εποχή εκείνη με τα 188 εκ. του ύψους του είναι από τους πιο ψηλούς περιφερειακούς παίκτες. Εκτός όμως από μπόι διαθέτει και δύναμη, αθλητικότητα, εξαιρετικό σουτ και, κυρίως, μία αυτοπεποίθηση που αγγίζει τα όρια του θράσους. Και βέβαια… σκοράρει ακατάπαυστα! Έφηβος ακόμη, αγωνίζεται στην Α2 με τη ΧΑΝ Νικαίας και έχει κατά μέσο όρο… 41 πόντους ανά αγώνα!!

Με τέτοια επίδοση είναι αυτονόητο ότι γίνεται γνωστό το όνομά του και πριν καλά καλά ενηλικιωθεί τον διεκδικούν ήδη οι μεγάλοι σύλλογοι της Αθήνας. Το 1959 φτάνει πολύ κοντά στον Παναθηναϊκό, ο οποίος μάλιστα του προσφέρει καλύτερους οικονομικούς όρους. Όπως μας διηγείται ο εμβληματικός μπασκετμπολίστας της Α.Ε.Κ., Νίκος Μπαμπανικολός, στα γραφεία του Π.Α.Ο. τον πηγαίνει με τη βέσπα του και τον συνοδεύει ο καλός του φίλος και μπασκετμπολίστας της Α.Ε.Κ. Νίκος Τερκεσίδης. Ο τελευταίος βάζει συνεχώς λόγια στον Αμερικάνο να μην ενδώσει στις πράσινες σειρήνες και αντ’ αυτού να έρθει στην Ένωση και να γίνει συμπαίκτης του.

Ο Αμερικάνος τελικά πείθεται από τις παροτρύνσεις του Τερκεσίδη, αλλά έλα που βρίσκονται στα γραφεία του Παναθηναϊκού, οι άνθρωποι του οποίου ετοιμάζουν τα χαρτιά που θα υπογράψει! Την ώρα που του φέρνουν το δελτίο ζητάει από τους παράγοντες του τριφυλλιού να πάει στην τουαλέτα. Εκεί ανοίγουν με τον Τερκεσίδη το παράθυρο, σκαρφαλώνουν έξω, ανεβαίνουν στη βέσπα και πάνε γραμμή στη Νέα Φιλαδέλφεια. Εκεί ο Γιώργος Αμερικάνος υπογράφει τελικά στην Α.Ε.Κ. Μία απόφαση που πρόκειται να αλλάξει όχι μόνο τη δική του ζωή, αλλά και την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του συμβαίνει ωστόσο κάτι που παραλίγο να βάλει τέλος σε όλα πριν καν αρχίσουν. Στις αρχές του 1962 προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια στο χέρι και οι γιατροί φοβούνται ακόμη και το ενδεχόμενο να μην μπορέσει να σωθεί το άκρο. Υποβάλλεται σε πολύωρη επέμβαση από τον γιατρό και γνωστό ποδοσφαιρικό παράγοντα Βασίλη Χατζηγιάννη, η οποία διαρκεί περίπου οκτώ ώρες. Χωρίς τον ηγέτη και αρχισκόρερ της η Α.Ε.Κ. καταρρέει αγωνιστικά και, για πρώτη και μοναδική φορά σε ολόκληρη τη δεκαετία του ’60, δεν προκρίνεται καν για την τελική φάση του πρωταθλήματος, που καταλήγει στον Παναθηναϊκό.

Τελικά όμως το χέρι σώζεται και ο Αμερικάνος, αντί να χρειαστεί μακρά περίοδο αποκατάστασης, κάνει αυτό που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη ζωή του: βιάζεται να επιστρέψει. Μόλις τρεις μήνες αργότερα ζητάει να αγωνιστεί σε παιχνίδι της Α.Ε.Κ. με τον Άρη. Η μεγάλη καριέρα που κινδύνεψε να τελειώσει πρόωρα μόλις ξεκινά.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Α.Ε.Κ. δημιουργεί σταδιακά μία από τις σπουδαιότερες ομάδες στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Οι περισσότεροι παίκτες της είναι παιδιά από λαϊκές γειτονιές, χωρίς ιδιαίτερη οικονομική άνεση, που παίζουν μπάσκετ σε μία εποχή ουσιαστικού ερασιτεχνισμού. Προπονούνται σε ανοικτά γήπεδα με κρύο και βροχή, ταξιδεύουν κάτω από συνθήκες που σήμερα μοιάζουν αδιανόητες και ταυτόχρονα δημιουργούν μεταξύ τους μία σχέση που ξεπερνά εκείνη των απλών συμπαικτών. Ο Χρήστος Ζούπας, ο Γιώργος Τρόντζος, ο Γιώργος Μόσχος, ο Στέλιος Βασιλειάδης, ο Αίαντας Λαρεντζάκης, ο Λάκης Τσάβας και οι υπόλοιποι συγκροτούν μαζί με τον Αμερικάνο έναν πυρήνα που μένει επί χρόνια σχεδόν αναλλοίωτος και ωριμάζει μέσα από τις κοινές εμπειρίες.

Αγωνιστικά, ο Γιώργος Αμερικάνος είναι ο μεγάλος εκτελεστής της ομάδας. Το σουτ αποτελεί το σήμα κατατεθέν του. Μπορεί να σκοράρει από αποστάσεις που, αν υπήρχε τότε η γραμμή των τριών πόντων, θα του εξασφάλιζαν αριθμούς αδιανόητους για την εποχή. Δεν είναι άλλωστε άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από υπερβολική μετριοφροσύνη. Χρόνια αργότερα, όταν ερωτάται για τον εαυτό του, θα απαντήσει ότι με τρίποντο οι 29 πόντοι του τελικού του 1968 θα ήταν… 50 και ότι δύσκολα έβρισκε καλύτερο αντίπαλο από τον ίδιο. Αυτή ακριβώς η αυτοπεποίθηση είναι ένα από τα βασικά συστατικά της αγωνιστικής του προσωπικότητας.

Ο Χρήστος Ζούπας θυμάται ότι στην ομάδα τον αποκαλούν και «Τσούχτη», επειδή μόλις παίρνει την μπάλα «τα τσούζει». Ο ίδιος ο Αμερικάνος όμως μένει στην ιστορία με το πολύ πιο βαρύ προσωνύμιο «Παγκόσμιος», το οποίο θα του προσδώσει ο «πατριάρχης» του κιτρινόμαυρου ρεπορτάζ, Φαίδων Κωνσταντουδάκης.

Ο Αμερικάνος παραλίγο πάντως να γίνει πάντως πραγματικά παγκόσμιος, όταν καλείται να αγωνιστεί σε αγώνες της μικτής Ευρώπης, με την οποία όμως τελικά δεν αγωνίζεται ποτέ. Αιτία είναι η σιωπηλή καραντίνα στην οποία μπαίνει, μετά από ένα ματς με τη Μπέογκραντ του Ραντιβόι Κορατς, στο οποίο βρίζει και φτύνει τον προπονητή της, που δεν είναι άλλος από τον ήδη δικτυωμένο μετέπειτα πρόεδρο της ΦΙΜΠΑ, Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς!

Με την Εθνική Ελλάδας ο Γιώργος Αμερικάνος αγωνίζεται 68 φορές και σημειώνει 1.076 πόντους, έναν εξαιρετικό μέσο όρο για την εποχή. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η παρουσία του στο Ευρωμπάσκετ του 1965. Με 157 πόντους σε εννέα αγώνες και μέσο όρο 17,4 αναδεικνύεται τέταρτος σκόρερ ολόκληρης της διοργάνωσης, πίσω μόνο από τρία από τα μεγαλύτερα ονόματα του ευρωπαϊκού μπάσκετ της εποχής, τον Ισπανό Εμιλιάνο Ροντρίγκεθ, τον Γιουγκοσλάβο Ραντιβόι Κόρατς και τον Τσεχοσλοβάκο Φράντισεκ Κόνβιτσκα. Ο «Παγκόσμιος» δεν είναι απλώς ο καλύτερος σκόρερ της Ελλάδας. Βρίσκεται ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς παίκτες της Ευρώπης.

Στην Ελλάδα, η Α.Ε.Κ. με τον Γιώργο Αμερικάνο πρωταγωνιστή, κυριαρχεί απόλυτα. Από το 1963 μέχρι το 1970 ο παγκόσμιος κατακτά με την Ένωση έξι πρωταθλήματα, τα έτη 1963, 1964, 1965, 1966, 1968 και 1970, ενώ δύο φορές, το 1965 και το 1968, αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος.

Αλλά η μεγάλη εκείνη ομάδα δεν αρκείται πλέον στα ελληνικά σύνορα. Κάθε χρόνο κάνει ένα ακόμη βήμα στην Ευρώπη. Στην πρώτη της συμμετοχή φτάνει στους «16», το 1965 στους «8» και το 1966 πραγματοποιεί κάτι πρωτόγνωρο για το ελληνικό μπάσκετ: προκρίνεται στο Final Four του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Αυτή η πορεία δεν γίνεται σε συνθήκες επαγγελματικού αθλητισμού. Οι παίκτες ξεκινούν ταξίδια χωρίς να ξέρουν πολλές φορές πού θα κοιμηθούν ή πώς θα φτάσουν στον προορισμό τους. Πηγαίνουν να αντιμετωπίσουν τη Βίσλα στην Πολωνία, αποκλείονται λόγω κακοκαιρίας στη Βιέννη, προσγειώνονται τελικά στο Πόζναν και ταξιδεύουν οκτώ ώρες με τρένο, για να φτάσουν στην Κρακοβία λίγη ώρα πριν από το τζάμπολ. Σε άλλες αποστολές κοιμούνται στοιβαγμένοι σε δωμάτια, τρώνε ό,τι μπορούν να βρουν και προπονούνται μέσα στο κρύο. Απέναντί τους βρίσκονται οργανωμένοι σύλλογοι από τη Σοβιετική Ένωση, τη Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία. Παρ’ όλα αυτά η Α.Ε.Κ. δεν τους φοβάται. Κι αυτό το αθλητικό θράσος εκφράζει καλύτερα από όλους ο Αμερικάνος.

Η ομάδα έχει όμως και μία δεύτερη ψυχή, τον Γιώργο Μόσχο. Ο Μόσχος δεν είναι το μεγάλο επιθετικό ταλέντο, είναι όμως ο άνθρωπος που παρασύρει τους πάντες με το πάθος του. Ο Αμερικάνος τον αποκαλεί «λιοντάρι» και ψυχή της ομάδας. Η αρρώστια και ο θάνατός του, σε νεαρότατη ηλικία, συγκλονίζουν τους συμπαίκτες του και αφήνουν κενό που δεν αναπληρώνεται πραγματικά ποτέ. Η Α.Ε.Κ. χάνει το πρωτάθλημα του 1967 και, αντί να αγωνιστεί στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, συμμετέχει την επόμενη περίοδο στο Κύπελλο Κυπελλούχων. Μία μεγάλη απογοήτευση που πρόκειται να ανοίξει τον δρόμο για τη μεγαλύτερη στιγμή στην ιστορία του συλλόγου.

Η πορεία προς τον τελικό του 1968 είναι εξαιρετικά περιπετειώδης. Η Α.Ε.Κ. αποκλείει πολύ δύσκολα την ισπανική Βιτόρια, εξίσου δύσκολα τη βελγική Ρουαγιάλ Κατρ και στη συνέχεια πέφτει πάνω στην Ίνις Βαρέζε, μία από τις ισχυρότερες ομάδες της Ευρώπης. Χάνει στην Ιταλία με διαφορά 18 πόντων και στον επαναληπτικό του Παναθηναϊκού Σταδίου καλείται να πραγματοποιήσει το σχεδόν αδύνατο. Και το καταφέρνει! Στα τελευταία δευτερόλεπτα, με τη διαφορά στους 18 και τον Τρόντζο να αγωνίζεται τραυματίας, ο μεγάλος σέντερ σημειώνει ένα απίθανο καλάθι και στέλνει την Α.Ε.Κ. στον τελικό.

Η 4η Απριλίου 1968 αποτελεί τη σημαντικότερη ημερομηνία στη ζωή του Γιώργου Αμερικάνου και μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία ολόκληρου του ελληνικού αθλητισμού. Από νωρίς το μεσημέρι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατακλύζουν το Καλλιμάρμαρο, μολονότι ο τελικός με τη Σλάβια Πράγας είναι προγραμματισμένος για το βράδυ. Ο Αμερικάνος βλέπει το πλήθος και κάνει μέσα του μία απλή σκέψη: να μην πικράνουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν έρθει για εκείνους.

Η Σλάβια βέβαια είναι αντίπαλος που φαντάζει ανίκητος. Πρόκειται για μία από τις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης, με παίκτες διεθνούς κλάσης, και δύο χρόνια νωρίτερα έχει συντρίψει την Α.Ε.Κ. στο Final Four. Αυτή τη φορά όμως οι παίκτες της Ένωσης μπαίνουν στο γήπεδο με θάρρος και αυτοπεποίθηση και, με την ώθηση 80.000 φιλάθλων στις εξέδρες, επικρατούν με 89-82. Ο Αμερικάνος, αρχηγός και μεγάλος επιθετικός ηγέτης, σημειώνει 29 πόντους και σηκώνει το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο που κατακτά ελληνική ομάδα σε οποιοδήποτε ομαδικό άθλημα.

Το Κύπελλο μετατρέπεται σε προσωπικό του κειμήλιο. Το παίρνει σπίτι του και αρνείται για περίπου είκοσι ημέρες να το αποχωριστεί. Ακόμη και όταν του το ζητά ο πανίσχυρος τότε γενικός γραμματέας Αθλητισμού Κώστας Ασλανίδης, εκείνος δεν το δίνει. Μία μέρα κινείται με το αυτοκίνητό του στην Πανεπιστημίου έχοντας μέσα το τρόπαιο. Ο κόσμος το αντιλαμβάνεται, συγκεντρώνεται γύρω από το αυτοκίνητο και, όπως θυμάται ο ίδιος χρόνια αργότερα, το σπρώχνει σχεδόν μέχρι την Πλατεία Βικτωρίας. Ο Αμερικάνος θα λέει ακόμη και σαράντα χρόνια αργότερα ότι κάθε φορά που ακουμπά εκείνο το Κύπελλο αισθάνεται σαν να τον διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα.

Η επιτυχία αλλάζει το ελληνικό μπάσκετ, αλλά αλλάζει και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Από εκεί που είναι παιδιά που παίζουν ουσιαστικά για τη φανέλα και ένα μικρό οδοιπορικό, μετατρέπονται σε λαϊκούς ήρωες. Αυτή η αλλαγή έχει όμως και την άλλη όψη. Η επιτυχία φέρνει απαιτήσεις, εντάσεις και συγκρούσεις. Η ομάδα εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί, αλλά το κλίμα δεν είναι πια ακριβώς το ίδιο. Στον ημιτελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων με τη Βισί, το 1970, ο Αμερικάνος έρχεται σε έντονη σύγκρουση με τον προπονητή Μίσσα Πανταζόπουλο. Σε ένα κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο η Α.Ε.Κ. νικά στον επαναληπτικό αλλά δεν ανατρέπει τη διαφορά του πρώτου αγώνα και αποκλείεται. Ο Ζούπας θα πει πολλά χρόνια αργότερα ότι κάπου εκεί αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση της μεγάλης ομάδας.

Το τέλος του Αμερικάνου στην Α.Ε.Κ. έρχεται λίγο αργότερα και δεν είναι εκείνο που θα άρμοζε σε έναν άνθρωπο που έχει ήδη γράψει τόσο μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της. Στα 28 του χρόνια, μόλις λίγα χρόνια μετά το έπος του Καλλιμάρμαρου, η διοίκηση αποφασίζει ότι έχει έρθει η ώρα της ανανέωσης και η συνεργασία τους τελειώνει. Ο ίδιος δεν το αποδέχεται ποτέ πραγματικά. Αργότερα θυμάται τη στιγμή που φορά για πρώτη φορά τη φανέλα του Απόλλωνα Πατρών και κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη χωρίς να μπορεί να πιστέψει την εικόνα που βλέπει. Έχει ταυτίσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό του με την Α.Ε.Κ., ώστε του φαίνεται σχεδόν παράλογο ότι ο κόσμος θα τον δει με διαφορετικά χρώματα.

Και βέβαια κάθε άλλο παρά τελειωμένος είναι. Το 1971 βρίσκεται ήδη στον Απόλλωνα, αρχικά σε ρόλο προπονητή, και συμβάλλει καθοριστικά στην ιστορική πρώτη άνοδο των Πατρινών στην Α΄ Εθνική. Την επόμενη περίοδο αγωνίζεται και ο ίδιος με τη φανέλα του συλλόγου. Τον Φεβρουάριο του 1972 σημειώνει 36 πόντους εναντίον του ΠΑΟΚ σε νίκη του Απόλλωνα με 80-75, μία μικρή αλλά χαρακτηριστική απόδειξη ότι η αγωνιστική του «αποστρατεία» από την Α.Ε.Κ. μόνο επιβεβλημένη από τις δυνατότητές του δεν ήταν.

Ο δεσμός του με την Ένωση δεν διαλύεται βέβαια ποτέ. Επιστρέφει αργότερα στον σύλλογο και ως προπονητής, ενώ το 1978 οδηγεί την Α.Ε.Κ. μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας. Πολύ περισσότερο όμως παραμένει συνδεδεμένος με τους ανθρώπους της μεγάλης ομάδας του ’68. Είναι εκείνος που επί δεκαετίες κρατά ενωμένη την παλιά παρέα, τηλεφωνεί στους συμπαίκτες του και τους συγκεντρώνει κάθε χρόνο στις 4 Απριλίου, για να θυμηθούν τη δική τους μεγάλη βραδιά. Όταν αργότερα φύγει από τη ζωή, ο Ζούπας θα παραδεχτεί ότι οι συναντήσεις αρχίζουν σιγά σιγά να αραιώνουν. Ο Αμερικάνος δεν είναι μόνο ο πρώτος σκόρερ. Είναι και ο συνδετικός κρίκος.

Παράλληλα δεν σταματά ποτέ να ψάχνει για νέα παιδιά. Παρακολουθεί νεαρούς αθλητές, αναγνωρίζει το ταλέντο τους, τους δουλεύει ατομικά και προσπαθεί να τους ανοίξει δρόμους. Ανάμεσα σε εκείνους που συνδέονται με τη μεταγενέστερη αυτή δράση του είναι ο Κώστας Παταβούκας, ο Νίκος Χατζής και ο Γιάννης Γιαννούλης. Δεν περιορίζεται μάλιστα στον ρόλο του παλιού σταρ που δίνει μερικές συμβουλές. Παίρνει τα παιδιά κοντά του, τα προπονεί, τα βοηθά πρακτικά, τα αντιμετωπίζει σχεδόν ως μέλη της οικογένειάς του.

Αυτός είναι άλλωστε ο Γιώργος Αμερικάνος σε όλη του τη ζωή. Πληθωρικός, παρορμητικός, γενναιόδωρος, εγωιστής με την καλή αλλά κάποιες φορές και με τη δύσκολη έννοια του όρου, τρομερά ανταγωνιστικός και απολύτως βέβαιος για τις δυνατότητές του. Έχει ακόμη και τις παράξενες προλήψεις του: πριν από σημαντικά παιχνίδια λέγεται ότι βγαίνει με το αυτοκίνητο και δεν επιστρέφει αν δεν συναντήσει στον δρόμο του… νεκροφόρα, την οποία θεωρεί γούρι. Δεν είναι ποτέ μία ουδέτερη προσωπικότητα. Όπου βρίσκεται αφήνει αποτύπωμα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είναι δύσκολα. Μετά από διπλό εγκεφαλικό επεισόδιο αντιμετωπίζει για μεγάλο διάστημα σοβαρά προβλήματα υγείας. Φεύγει από τη ζωή στις 7 Οκτωβρίου 2013, αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του Πέπη, την κόρη του Χριστίνα και μία τεράστια αθλητική κληρονομιά.

Δύο χρόνια αργότερα η Α.Ε.Κ. αποσύρει το νούμερο 10 και υψώνει τη φανέλα του στην οροφή του γηπέδου. Είναι μία αυτονόητη τιμή για έναν άνθρωπο που δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος μπασκετμπολίστας του συλλόγου. Υπήρξε ο αρχηγός της ομάδας που έκανε για πρώτη φορά τους Έλληνες να αισθανθούν ότι μπορούν να κοιτάξουν στα μάτια τους μεγάλους του ευρωπαϊκού αθλητισμού.

Ο Γιώργος Αμερικάνος ήταν ένας γνήσιος λαϊκός ήρωας. Ένα παιδί των προσφυγικών της Κοκκινιάς, που το πρωί σκάλιζε έπιπλα και το βράδυ σούταρε μόνο του σε μία μπασκέτα της ΧΑΝ, για να φτάσει λίγα χρόνια αργότερα να σηκώνει μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο ελληνικής ομάδας. Ένας «Παγκόσμιος» που έμεινε μέχρι τέλους βαθιά Νικαιώτης, βαθιά Ενωσίτης και, πάνω απ’ όλα, βαθιά συνδεδεμένος με εκείνη τη μεγάλη παρέα που άλλαξε για πάντα την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Στις φωτογραφίες:

  1. Ο ένας και μοναδικός Γιώργος Αμερικάνος στις πλάτες των φιλάθλων της Α.Ε.Κ.
  2. Το ταλέντο του έχει εντοπιστεί και από τον Τύπο, ήδη από τις αρχές του 1959, όταν αγωνίζεται στην ΧΑΝ Νικαίας στην Α2 κι έχει μέσο όρο κοντά στους 45 πόντους ανά παιχνίδι!
  3. Δημοσίευμα μετά την ένταξή του στην Α.Ε.Κ., το φθινόπωρο του 1959.
  4. Η πεντάδα της Α.Ε.Κ. το 1964.
  5. Με την Εθνική Ελλάδας, σε αγώνα εναντίον της Τουρκίας, το 1965.
  6. Πανηγυρισμοί για την κατάκτηση του πρωταθλήματος 1963-1964.
  7. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Στέφανος Στεφανόπουλος υποδέχεται την ομάδα μπάσκετ της Α.Ε.Κ. μετά τη συμμετοχή της στο Final 4 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, το 1966.
  8. Η πεντάδα της Α.Ε.Κ. το 1965. Ο Γιώργος Αμερικάνος πάντα κόντρα στο ρεύμα…
  9. Σε μία από τις γνωστές διεισδύσεις του προς το καλάθι, στον θρίαμβο επί της ΤΣΣΚΑ Μόσχας το 1966. 10-11: Τα πρωτοσέλιδα μετά τον θρίαμβο της Α.Ε.Κ. στον ημιτελικό με την Ίνις Βαρέζε και την πρόκριση στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης του 1968.
  10. Η πεντάδα της Α.Ε.Κ. ετοιμάζεται να χυθεί στην μάχη του τελικού της 4ης Απριλίου 1968, μπροστά σε 80.000 θεατές.
  11. Ο Γιώργος Αμερικάνος πετυχαίνει, με ανάποδο λέι απ, δύο από τους 29 πόντους του στον τελικό του 1968.
  12. Η Αθλητική Ηχώ την επομένη της κατάκτησης του Κυπέλλου Ευρώπης από την Α.Ε.Κ.
  13. Η αφιερωμένη στο μπάσκετ προθήκη του Μουσείου Ιστορίας της Α.Ε.Κ., όπου δεσπόζει η μορφή του Γιώργου Αμερικάνου να σηκώνει το Κύπελλο Ευρώπης.
  14. Το 1970-1971, στην τελευταία του σεζόν στην Α.Ε.Κ.
  15. Ο Παγκόσμιος επιστρέφει στον τόπο του θριάμβου, το 2008.
  16. Το 2015 η ΚΑΕ Α.Ε.Κ. αποσύρει τη φανέλα με το νούμερο 10 του Γιώργου Αμερικάνου. Από τότε το σχετικό λάβαρο κοσμεί τον ουρανό της έδρας της, για να θυμίζει πάντα σε όλους τη μεγάλη παρακαταθήκη του «Παγκόσμιου».
Μείνε ενημερωμένος Ακολούθησέ μας στα social media και μάθε πρώτος όλες τις ειδήσεις της ΑΕΚ

Σχόλια

Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει.